Πριν από κάποιες Κυριακές ο Νίκος Δήμου ανακοίνωσε ότι σταματά να γράφει στο «Βήμα της Κυριακής». Δεν θυμάμαι πόσα χρόνια διάβαζα τον Νίκο Δήμου στο «Βήμα» – σίγουρα πολλά. Σταμάτησε γιατί πιθανότατα στα 88 του χρόνια έχει πιο ενδιαφέροντα πράγματα να κάνει από το να γράφει τα ωραία του κείμενα στην εφημερίδα. Αυτό ωστόσο που δεν θα ξεχάσω είναι ο τρόπος που το έκανε.

Ο Νίκος Δήμου έγραψε ένα τελευταίο κείμενο όπου μας αποχαιρέτησε σχεδόν έναν-έναν όλους εμάς τους αναγνώστες του. Μας θύμισε μερικά πράγμα που έκανε στο διάστημα της δημοσιογραφικής του καριέρας, πώς ξεκίνησε η στήλη του και ποιος ήταν ο σκοπός του: απλά, λιτά, κατανοητά. Χωρίς συναισθηματισμούς και τυμπανοκρουσίες. Χωρίς υπερβολές. Χωρίς να αφήσει να πλανώνται μεγάλα μυστήρια σχετικά με την απόφασή του. Χωρίς να διεκδικεί κάποιο χειροκρότημα ή κάποιες επιστολές αναγνωστών που θα του λένε «μη σταματάς κ.λπ.» για να τονώσουν το εγώ του. Ο Νίκος Δήμου μάς αποχαιρέτησε γράφοντας ένα απλό, μεστό σημείωμα. Με τον τρόπο του συγγραφέα δηλαδή.

Με προβληματίζει πολύ τελευταία το πώς κάποιος λέει ένα «αντίο». Οσο μεγαλώνω διαπιστώνω πως για τους ανθρώπους το «αντίο» είναι πολύ δύσκολη υπόθεση – πιστεύω πως το φοβούνται. Το συνδέουν π.χ. με την παραίτηση, αλλά η παραίτηση είναι κάτι άλλο. Η παραίτηση δεν είναι απαραίτητα ένα «αντίο». Μπορεί να είναι ένα απλό φινάλε ενός κύκλου – δεν απαγορεύεται σε κανέναν να ανοίξει έναν καινούργιο κύκλο αμέσως ή αργότερα. Μπερδεύουν επίσης πολλοί το νόημα του «αντίο» με την παραδοχή κάποιου είδους προσωπικής αδυναμίας – αισθάνονται ότι το «αντίο» τους θα τους κάνει να φανούν αδύναμοι στα μάτια των φίλων τους: δύναμαι να τους καθησυχάσω πως δεν είναι έτσι. Αλλοι πάλι κρύβονται πίσω από ένα «αντίο» – θεωρούν πως αυτό είναι μια αφορμή για να μην υπάρξει καμία απολύτως αξιολόγηση της όποιας προσφοράς τους, το συνοδεύουν με ένα αξιολύπητο «εγώ ό,τι είχα να δώσω το έδωσα», που σημαίνει συνήθως «τώρα θα καταλάβετε πόσο σπουδαίος ήμουν κ.λπ., κ.λπ.». Χρησιμοποιούν το «αντίο» απλά ως ένα πρόσχημα, έναν τρόπο να δείξουν ενοχλημένοι, πιστεύοντας πως δεν αναγνωρίστηκε από τους άλλους η προσφορά τους. Ολο αυτό αποτελεί ένα ξινό «αντίο» και θα ήταν ό,τι χειρότερο αν δεν υπήρχε και το γλυκό «αντίο». Που είναι συνήθως ένα ταρατατζούμ με το οποίο αυτός που μας αποχαιρετά μας ζητεί ένα είδος αποθέωσης κολακεύοντάς μας ή προσπαθώντας να μας πείσει πόσο θα του λείψουμε. Ο Νίκος Δήμου, πιστός μέχρι τέλος στο δημοσιογραφικό γραπτό, που δεν έχει σχέση ούτε με ερωτικές εξομολογήσεις ούτε με παραπονεμένα και παραπονιάρικα λόγια, μας είπε ένα «αντίο» από καρδιάς. Κάτι σαν ευχαριστώ για την κατανόηση.

Οι άνθρωποι μπροστά στον φόβο να πουν ένα «αντίο» υπομένουν ένα σωρό δυσκολίες. Αλλοι παραμένουν μέσα σε σχέσεις που δεν τους ικανοποιούν και δεν έχουν και κανένα μέλλον – σχέσεις προσωπικές, φιλικές, επαγγελματικές, φυσικά και ερωτικές. Αλλοι από τον φόβο της απόφασης να κλείσουν μια πόρτα περνούν μήνες ή και χρόνια νιώθοντας πως περπατούν στο περβάζι ενός παραθύρου κάτω από το οποίο υπάρχει το χάος και μόνο. Θεωρώντας πως το «αντίο» είναι αδιανόητα οδυνηρό, πορεύονται με άγχη καθημερινά και απερίγραπτα κάνοντας μόνο συμβιβασμούς. Νομίζουν πως υποφέρουν από βέρτιγκο, ενώ στην πραγματικότητα το πρόβλημά τους είναι η έλλειψη μιας ελάχιστης τόλμης, που τους τρώει σαν σαράκι τα εσώψυχα. Ευτυχώς αυτοί τουλάχιστον περνούν το δράμα τους μόνοι τους, ενώ υπάρχουν και αυτοί που εννοούν το «αντίο» ως μια ευκαιρία να παρεμβαίνουν στις επαγγελματικές (και όχι μόνο) επιλογές των παιδιών τους στο όνομα της σοφίας της εμπειρίας τους: αυτούς δεν τους αντέχω καθόλου. Αντιθέτως, συμπονώ εκείνους που για να μην πουν «αντίο» καταστρέφουν αργά αλλά σταθερά την όποια υστεροφημία τους καθώς προσπαθούν να συμπεριφέρονται όπως έκαναν πάντα, ενώ δεν μπορούν να υπηρετήσουν ούτε την κάποτε ανεμελιά τους ούτε το κάποτε νεανικό τους θράσος, αυτό που τους έκανε να μοιάζουν ατρόμητοι. Τους συμπονώ γιατί νομίζουν πως λέγοντας «αντίο» θα αισθανθούν ότι πρόδωσαν τον ίδιο τους τον εαυτό, ενώ δεν είναι έτσι. Θα ήθελα να τους πω ότι το «αντίο» τους είναι ο τρόπος τους να μείνουν στα μάτια μας υπέροχοι. Και γενναιόδωροι. Και επιβλητικοί. Και ότι είναι κρίμα που προτιμούν να φθείρονται.

Χρόνια τώρα παρακολουθώ διάφορους να λένε «αντίο» με μια παράξενη αμηχανία. Βλέπω τηλεπερσόνες να υποκρίνονται πως έφτασε η στιγμή που δεν θα τους ξαναδούμε ποτέ, ενώ ήδη έχουν κλείσει θέση σε άλλο κανάλι. Τους βλέπω να ορκίζονται πόσο αγάπησαν το μέσο στο οποίο δούλεψαν και τους ανθρώπους του, τη στιγμή που διαβάζεις στα μάτια τους μόνο παράπονα. Βλέπω πολιτικούς που παριστάνουν ότι πήραν από τους ίδιους τους ψηφοφόρους τους το μήνυμα να αποσυρθούν και πως αισθάνονται την ανάγκη να το τιμήσουν, ενώ καταλαβαίνεις πως τα βράδια ρίχνουν κατάρες σε όσους δεν τους ψήφισαν. Παγιδευμένοι σε ένα «αντίο» χωρίς τέλος, κουράζονται ψάχνοντας τη δύναμη να κοροϊδέψουν κομμάτι ακόμα και τον ίδιο τον εαυτό τους.

Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να πει σε κάποιον ότι πρέπει να σταματήσει. Η απόφαση ενός «αντίο» είναι αυστηρά προσωπική και σχεδόν ιερή. Αν κάποιος αισθάνεται πως μπορεί να συνεχίσει να κάνει ό,τι έκανε έχει το δικαίωμα να μείνει στο μετερίζι όποια και αν είναι η ηλικία του και όσο κουραστική και αν έχει υπάρξει η διαδρομή του. Αλλά όποιος αποφασίζει να πει «αντίο» σε δουλειά, σε σχέση, σε πόλη ή σε χώρα, πρέπει να το κάνει όπως μας αποχαιρέτησε εμάς τους αναγνώστες του «Βήματος» ο Νίκος Δήμου: με μια ωραία λιτή εξήγηση, με έναν ξεκάθαρο και απλό αποχαιρετισμό. Και ακριβώς επειδή τον βρήκα υπέροχο αυτόν τον αποχαιρετισμό, ομολογώ ότι το blog του Νίκου Δήμου μου λείπει. Οπως όλα τα ωραία που τελειώνουν, διότι έτσι συμβαίνει.

Οταν φτάσει η ώρα να πω «αντίο», θα πάρω το κείμενο του Νίκου Δήμου και θα το δημοσιοποιήσω αλλάζοντας απλά κάνα-δυο σειρές. Σαν υπεύθυνη δήλωση. Ή σαν δήλωση υπευθυνότητας.